Απρίλος 2006

Η λέξη «αποκάλυψη» είναι από εκείνες που χρησιμοποιήθηκαν υπερβολικά άτοπα απ’ τους μυστικιστές της Εκκλησίας κι απ’ τις μεγάλες παγκόσμιες θρησκείες· η εκ μέρους τους χρήση της έχει συνήθως ιδιοτελή φύση και συνεπάγεται την αντίληψη ότι η αποκάλυψη αποτελεί την κατάλληλη ανταμοιβή που χορηγείται στο μυστικιστή εξαιτίας των αγώνων του και της βαθιάς του αναζήτησης του Θεού. Αιφνίδια τότε του αποκαλύπτεται ο Θεός· αιφνίδια μιλά ο Άγγελος· αφνίδια φαίνεται να τερματίζεται η αναζήτησή του και του απονέμεται η ανταμοιβή υπό μορφή αποκάλυψης. Αυτή η διαδικασία και ακολουθία γεγονότων ήταν η συνήθης μορφή επί αιώνες και η ιδέα του Υπερβατικού Θεού κυριαρχούσε διαρκώς στη θρησκευτική σκέψη. Αλλά η χορηγούμενη αποκάλυψη σχετίζεται στην πραγματικότητα (μέχρι την έκτη Μύηση) με τον Πανταχού Παρόντα Θεό, το Θεό στη μορφή, το Θεό στην ανθρώπινη καρδιά και μ’ εκείνη την καλυμμένη και κρυμμένη υπέρτατη Πραγματικότητα που κινητοποιεί κάθε ύπαρξη και που έχει πάντα συνειδητή επίγνωση του εαυτού της. Η αποκάλυψη είναι μια πρόοδος διείσδυσης: πρώτα στη Διάνοια, έπειτα στην Καρδιά και τελικά στο Σκοπό του Ενός στον Oποίο ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε.
(Μαθητεία στη Νέα Εποχή, Τομ. ΙΙ, σσ. 434-35 - αγγλικό)