Παγκόσμια συνεργασία – είμαστε σε καλό δρόμο; - Marco


Marco ένας διεθνής δημόσιος λειτουργός.

Πλαίσιο

Η διεθνής συνεργασία άρχισε να γίνεται βασικό μέσο σχεδιασμού και δράσης από την ανθρωπιστική βοήθεια έως την ανάπτυξη στα μέσα του 19ου αιώνα με τη δημιουργία των πρώτων διεθνών οργανισμών, όπως η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού και η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU).

Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι σηματοδότησαν σημαντικές φάσεις στην εξέλιξη αυτή. Στο τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Κοινωνία των Εθνών άρχισε τη μετάβαση από ένα ειρηνευτικό πρότυπο με βάση την ασφάλεια, που ήταν σε ισχύ για χιλιετίες, σε ένα πρότυπο που συμπεριλάμβανε, επιπλέον, την ανάπτυξη. Η μετάβαση αυτή ολοκληρώθηκε με τη δημιουργία των Ηνωμένων Εθνών, το 1945, ο Χάρτης των οποίων κατοχυρώνει την αρχή της διεθνούς συνεργασίας για την ανάπτυξη.

Πολλά έχουν αλλάξει από τότε· οι χώρες έχουν ιδρύσει εθνικούς οργανισμούς για διεθνή συνεργασία· οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιούνται σε όλο το εύρος, από την αρωγή έως την ανάπτυξη, έχουν αυξηθεί εκθετικά· και ανάλογη αύξηση σημειώθηκε στον ιδιωτικό τομέα με την ίδρυση φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και τη θέσπιση εταιρικής κοινωνικής ευθύνης.

Αναμφίβολα, έχουμε ξεκινήσει μια άλλη σημαντική μετάβαση – από τη διεθνή συνεργασία μεταξύ χωρών, σε μια παγκόσμια πολυμερή συνεργασία με τη συμμετοχή πολλών ενδιαφερόμενων.

Έχουν περάσει σχεδόν 80 χρόνια από την υιοθέτηση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Από την οπτική της ανθρώπινης ζωής είναι μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά από την προοπτική της ανθρωπότητας και της πλανητικής ανάπτυξης δεν είναι τόσο μεγάλο. Η παγκόσμια συνεργασία αντιμετωπίζει σήμερα ορισμένες μεγάλες προκλήσεις, γι’ αυτό είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε: Πώς προχωράει;

Προκλήσεις

Έχουμε εισέλθει σε μια εποχή αυξανόμενου καταναλωτισμού, που δεν περιλαμβάνει μόνο υλικά αγαθά, αλλά και ιδέες οι οποίες φαίνεται ότι ξεπερνιούνται πολύ γρήγορα χωρίς τον προσήκοντα προβληματισμό. Η αναζήτηση «νέων ιδεών» τείνει να δίνει περισσότερη έμφαση στο «νέο» παρά στις ίδιες τις «ιδέες». Είναι σαν να έχουμε ξεχάσει ότι οι ιδέες και η καινοτομία αναπτύσσονται και βελτιώνονται σταδιακά επί δεκαετίες, αν όχι γενεές, αιώνες ή ακόμη και χιλιετίες. Η διάρκεια της προσοχής μειώνεται, γεγονός που επιταχύνεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι νεότερες γενιές αποδίδουν την ευθύνη στις παλαιότερες γενιές, χωρίς απαραίτητα να αναρωτιούνται αν οι παλαιότερες γενιές χάλασαν έναν τέλειο κόσμο ή κατά πόσο κληρονόμησαν έναν κόσμο μακράν του τέλειου· και έτσι, άθελά τους, αγνοούν τους σκληρά εργαζόμενους για το κοινό καλό ανθρώπους σε κάθε γενιά. Η συνειδητή συνεργασία μεταξύ των γενεών είναι θεμελιώδης.

Η εκπαίδευση αποτελεί αναμφισβήτητα το υπόβαθρο της ανάπτυξης των ατόμων, των κοινοτήτων και των κοινωνιών. Ως εκ τούτου, στις προσπάθειες για την προώθηση της παγκόσμιας συνεργασίας,  είναι σημαντικό να εξετάσουμε τα σύγχρονα εκπαιδευτικά μοντέλα για να δούμε αν είναι κατάλληλα για το σκοπό τους, προετοιμάζοντας και βοηθώντας τα άτομα και τις κοινότητες να αναπτύξουν συνεργατική δράση για την αποσαφήνιση και την επιδίωξη του κοινού καλού. Ενώ επιδίωξή μας είναι η συνεργασία, τουλάχιστον ιδανικά και με επιθυμητούς όρους, τα σημερινά εκπαιδευτικά μοντέλα φαίνεται να ωθούν σε ένα σκληρό ανταγωνισμό μια ολοένα πιο νεαρή ηλικία. Επιπλέον, οι νεαροί μαθητές, μόλις έφηβοι, οφείλουν να επικεντρώνονται μόνο σε ορισμένα μαθήματα εις βάρος άλλων. Ταυτόχρονα, υπάρχει η αλλόκοτη προσδοκία ότι οι μελλοντικοί επαγγελματίες θα είναι σε θέση να βλέπουν διασυνδέσεις μεταξύ των επιστημών και των πρακτικών και έτσι να αποδομούν τα λεγόμενα «σιλό» ή στεγανά. Το άτομο και η ατομικότητα τίθενται υπέρμετρα στο κέντρο των εκπαιδευτικών μοντέλων και πρακτικών σε βάρος της πραγματικής εκτίμησης του ρόλου των άλλων και της συλλογικότητας.

Επιπλέον, μελέτες δείχνουν αυξητικές τάσεις τα τελευταία 50 χρόνια όσον αφορά τον ναρκισσισμό, όχι μόνο σε άτομα αλλά, κατά ανησυχητικό τρόπο, και σε κουλτούρες. Αυτό φαίνεται, εν μέρει τουλάχιστον, να οφείλεται στις τρέχουσες εκπαιδευτικές πρακτικές (επίσημες, ανεπίσημες και γονικές) στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και στις μυθώδεις διασημότητες. Ο ναρκισσισμός συνοδεύεται από μια έντονη αίσθηση δικαιωματικής υπεροχής έναντι των άλλων και οτιδήποτε άλλου, εξαιρετικά περιορισμένη ικανότητα να αξιολογεί κάποιος ορθά την πραγματικότητα και την έκθεση σε κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων των ίδιων του ικανοτήτων, έμφαση στην εμφάνιση αντί της ουσίας, τάση για συγκρούσεις και εν τέλει την έλλειψη δυνατότητας για ειλικρινή και καλόπιστη συνεργασία. Ορισμένες από τις επιπτώσεις μπορούν να διαπιστωθούν και να βιωθούν, για παράδειγμα, στην ασύδοτη καταστροφή και εκμετάλλευση του περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας, κάτι που συνιστά υπαρξιακή και αυτοκτονική απειλή για την ανθρωπότητα. Πιο σοβαρό είναι το γεγονός ότι οι αξίες και πρακτικές του ναρκισσισμού από ατομικό χαρακτηριστικό έγιναν καθοριστικό στοιχείο διάβρωσης στις κουλτούρες μας παντού στον κόσμο, με αποτέλεσμα, άτομα που ενδεχομένως δεν είναι ναρκισσιστές να υιοθετούν ναρκισσιστικές αξίες και πρακτικές για να αισθάνονται μέρος της κοινότητας και της κοινωνίας. Εφόσον αυτές οι τάσεις συνεχιστούν, οι αρνητικές συνέπειες θα είναι πολύ σοβαρές για τη ζωή στη γη και για την εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Στην ουσία, φαίνεται να υπάρχει μια διχοτομία ανάμεσα σε ιδεαλιστικές προθέσεις συνεργασίας για το κοινό καλό και σε κυρίαρχες πολιτιστικές αξίες και πρακτικές. Είναι σαν να θέλουμε να πάμε προς ένα δρόμο, αλλά συνεχίζουμε να στρίβουμε προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ευκαιρίες

Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε για να το διορθώσουμε αυτό;

Ασφαλώς, η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί από ένα άτομο ή μια μικρή ομάδα. Ευτυχώς, όμως, έχουμε κάποιες καλές ενδείξεις. Μια ένδειξη παρέχεται στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ιδίως στο άρθρο 1, παράγραφος 4, που θέτει ως στόχο των Ηνωμένων Εθνών που εκπροσωπούν «Εμάς τους λαούς», «να αποτελέσουν το κέντρο που θα εναρμονίζει τις ενέργειες των εθνών για την επίτευξη...» … «της διατήρησης της ειρήνης και της ασφάλειας, την ανάπτυξη φιλικών σχέσεων μεταξύ των εθνών και την πραγματοποίηση “διεθνούς συνεργασίας για την επίλυση διεθνών προβλημάτων οικονομικού, κοινωνικού, πολιτιστικού ή ανθρωπιστικού χαρακτήρα, καθώς και για την προώθηση και τόνωση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους, χωρίς διάκριση φυλής, φύλου, γλώσσας ή θρησκείας”».

Αξιοσημείωτη, στο αναφερόμενο άρθρο, είναι η λέξη «εναρμόνιση». Το άρθρο δεν κάνει λόγο για «αρμονία», αλλά για μια δυναμική κατάσταση και την άσκηση κάποιας μορφής δύναμης και καλής θέλησης που έχει την ικανότητα να «εναρμονίζει» τις δράσεις. Επίσης, δεν χρησιμοποιεί ρήματα όπως ομογενοποιώ και τυποποιώ, υποδηλώνοντας έτσι την πρόθεση για αξιοποίηση της ποικιλομορφίας και όλων των διαφορετικών ικανοτήτων και δεξιοτήτων, οι οποίες είναι άκρως απαραίτητες όταν αντιμετωπίζουμε προκλήσεις σημαντικού μεγέθους, όπως αυτές που βιώνουμε στις μέρες μας. Χρειαζόμαστε τους πάντες σε αυτή την περίπτωση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο σχεδιασμός αποτελεί βεβαίως βασική προϋπόθεση και μέσο για την υλοποίηση κάθε δράσης εναρμόνισης. Η κλίμακα του παγκόσμιου σχεδιασμού που βλέπουμε σήμερα είναι πρωτοφανής στην ιστορία. Με άλλα λόγια, κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας. Μπορεί να ισχύει ότι τα διαθέσιμα κονδύλια δεν ανταποκρίνονται ακόμη στον σχεδιασμό, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να σταματήσουμε να σχεδιάζουμε· μάλλον, υπογραμμίζει την ανάγκη να συνεχίσουμε να επηρεάζουμε τα υπάρχοντα χρηματοδοτικά και οικονομικά μοντέλα και μέσα ώστε να διατεθούν πόροι για το κοινό καλό, κάτι που διατυπώνεται και διευκρινίζεται ολοένα και περισσότερο μέσω συλλογικών προσπαθειών σχεδιασμού.

Ωστόσο, ενώ αυτές οι προσπάθειες οργανώνονται και δρομολογούνται, φαίνεται ότι μια βασική προτεραιότητα για τους ανθρώπους καλής θέλησης είναι επίσης η αναθέρμανση της στόχευσης στην εκπαίδευση (τυπική, άτυπη και γονική). Απαιτούνται προγράμματα σπουδών με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: να προωθήσουν και να δημιουργήσουν μια καλύτερη κατανόηση των όσων απαιτούνται για την επίτευξη εναρμόνισης αρχικά μέσα στον εαυτό μας και στη συνέχεια στις κοινότητές μας· να αναπτύξουν μια αυξανόμενη ικανότητα συνεργασίας· να επανατοποθετήσουν το άτομο από κεντρικό πρόσωπο σε υπηρέτη των ευρύτερων φυσικών συστημάτων και των κύκλων τους, προσαρμόζοντας αναλόγως τον αναπτυξιακό σχεδιασμό· να προωθήσουν τη χρήση της ατομικής και συλλογικής σκέψης, της βούλησης και της καρδιάς στην υπηρεσία του κοινού καλού, να καλλιεργήσουν και να ενθαρρύνουν τη δημιουργικότητα· να βοηθήσουν στον προσανατολισμό της ατομικής και συλλογικής μας συνείδησης, αναπτύσσοντας τις δυνατότητές της και τοποθετώντας τον εαυτό μας σε μια ορθή και ανάλογη προοπτική και σχέση με τα υπόλοιπα μέρη της συνείδησης και του συλλογικού, υποστηρίζοντας παράλληλα μια επιστημονική εφαρμογή του διαλογισμού· και να κατανοήσουν και να αξιοποιήσουν τη δυαδικότητα και την πολυπολικότητα. Ευτυχώς, όλη η γνώση και οι θεμελιώδεις ιδέες που είναι απαραίτητες για τον σκοπό αυτό είναι ήδη διαθέσιμες – χρειάζονται απλώς ισχυρότερη αποφασιστικότητα, προσοχή και εφαρμογή από εμάς.

Με άλλα λόγια, υπάρχει επείγουσα ανάγκη για μια εκπαίδευση που προετοιμάζει τα άτομα να εντάσσονται σε συλλογικότητες και τις συλλογικότητες να εντάσσονται σε ευρύτερα σύνολα και βασίλεια της φύσης, σε συγχρονισμό με τον εξελισσόμενο πλανητικό κύκλο. Μια τέτοια εκπαίδευση θα μπορούσε να θέσει τα σπέρματα για μια νέα κουλτούρα και κατ’ επέκταση για έναν νέο πολιτισμό.

Λήψη του Ενημερωτικού Δελτίου σε PDF
Αρχική σελίδα του Ενημερωτικού Δελτίου

ΜΕΙΝΕΤΕ ΣΕ ΕΠΑΦΗ

Παγκόσμια Καλή Θέληση στα Κοινωνικά Δίκτυα